στάμπα

στάμπα
η
(λ. ιταλ.)
1. αποτύπωμα: Έπιασε τις κουρτίνες με λερωμένα χέρια κι άφησε στάμπα.
2. σφραγίδα: Το χαρτί που μου έφερες δεν είχε στάμπα.
3. τυπογραφική τέχνη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • στάμπα — η, και στάμπο, το, Ν 1. τύπος γραμμάτων, λέξεων, συνθηματικών σημείων από ξύλο ή άλλο υλικό, σφραγίδα 2. το αποτύπωμα αυτού τού τύπου 3. ύφασμα χρωματισμένο με τον τύπο αυτό 4. πρότυπο σχέδιο, αχνάρι για την κατασκευή υποδημάτων κ.ά. ειδών 5. η… …   Dictionary of Greek

  • σταμπωτός — ή, ό, Ν [στάμπα] αυτός που έχει χρωματιστά σχέδια αποτυπωμένα με στάμπα («σταμπωτό ύφασμα») …   Dictionary of Greek

  • Χαρουνόμπου, Σουζούκι — (Τόκιο 1724 – 1770). Ιάπωνας ζωγράφος. Ήταν μαθητής του Σιγκενάγκα και επηρεάστηκε από τα έργα του Σουκενόμπου και του Τοϋνόμπου. Η σημαντικότερη ανανεωτική εργασία του σημειώνεται στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, κατά τη λαμπρότερη περίοδο… …   Dictionary of Greek

  • αερόστατο — Αεροσκάφος το οποίο μπορεί να συγκρατείται στην ατμόσφαιρα μόνο με την επίδραση της άνωσης που δέχεται από τον αέρα (αρχή του Αρχιμήδη). Αποτελείται ουσιαστικά από ένα μπαλόνι στήριξης, εντελώς αεροστεγές, γεμάτο με αέριο ελαφρύτερο από τον αέρα …   Dictionary of Greek

  • μάρκα — η 1. τα αρχικά γράμματα κύριου ονόματος ή άλλη συμβολική παράσταση κεντημένη ή χαραγμένη ή τυπωμένη πάνω σε ένα αντικείμενο, για την αναγνώριση τού κατόχου του ή τού εργοστασίου ή τού καταστήματος από το οποίο προέρχεται, στάμπα, σήμα 2. κέρμα… …   Dictionary of Greek

  • στάμπο — το, Ν στάμπα …   Dictionary of Greek

  • σταμπάρω — Ν 1. τοποθετώ τη στάμπα πάνω σε κάτι 2. διακρίνω κάποιον και τόν συγκρατώ καλά στη μνήμη μου, αποτυπώνω 3. μτφ. επισημαίνω, εντοπίζω («τόν σταμπάρισα από την πρώτη στιγμή») 4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) σταμπαρισμένος, η, ο στιγματισμένος, γνωστός για …   Dictionary of Greek

  • σταμπάτος — η, ο, Ν [στάμπα] σταμπωτός …   Dictionary of Greek

  • Αούστερλιτς — (Austerlitz). Γερμανική ονομασία της κωμόπολης Σλάφκοφ στην επαρχία Μοραβίας της Τσεχίας, κέντρου αγροτικής περιοχής. μάχη του Α. Αποφασιστική φάση του πολέμου μεταξύ των ενωμένων αυστριακών και ρωσικών δυνάμεων εναντίον του Ναπολέοντα Α’, που… …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”